υἱοποίητος
υἱοποίητος, adopted as a son
υἱοποί-ητος, ον,
- adopted as a son, D.H. Din. 12.
υἱοποίητος, ου (ὁ, ἡ) enfant adoptif, DH. Din. 12.
Étym. υἱοποιέω.
υἱοποίητος, zum Sohne gemacht, wie υἱόθετος, Dion.Hal. Din. 12 u. a.Sp.