φαρμακοτρίπτης Save LSJ Pape φαρμᾰκο-τρίπτης, ου, ὁ, = foreg., AB 314. φαρμακοτρίπτης, ὁ, der φάρμακα reibt u. zubereitet, gew. ein Sklave des φαρμακοπώλης, B.A. 314.