φαρμακουργός
φαρμᾰκουργός, όν,
- = φαρμακοποιός, Lyc. 61.
φαρμακουργός, οῦ (ὁ, ἡ) [μᾰ] qui prépare des drogues, Lyc. 61.
Étym. φ. ἔργον.
φαρμακουργός, όν, = φαρμακοποιός, Lycophr. 61 u. a.Sp., wie Schol. Opp. Hal. 2.483.