φιλοκτήμων
φιλοκτήμων, loving possessions, greedy of gain, covetous
φῐλο-κτήμων, ονος, ὁ, ἡ,
- = φιλοκτέανος, Sol. 36.19, Ptol. Tetr. 158.
φιλο·κτήμων, ων, ον, gén. ονος [ῐ] c. φιλοκτήματος, Sol. 35, 19 ; Clém. Nyss.
φιλοκτήμων, = φιλοκτέανος, Solon. frg. 28 in VLL.