φοβερωπός
φοβερωπός, terribie of aspect
φοβερ-ωπός, όν,
- terrible of aspect, Orph. Fr. 58.2.
φοβερ·ωπός, ός, όν, c. φοβερώψ, Orph. fr. 8, 8.
φοβερωπός, = φοβερώψ, Orph. Tr. 8.8.
φοβερωπός, terribie of aspect