Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φορτιαφόρος
φορτιαφόρος, porter
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φορμοκοιτέω
φορμοραφέω
φορμοραφίς
φορμορραφέομαι
φορμορραφέω
φορμορραφίς
φορμός
Φόρμος
φορμοσίκων
φορμοφορέω
φορμοφόρος
φορμύνιος
φορογράφος
φοροθετέω
φορολογέω
φορολόγητος
φορολογία
φορολόγος
φόρον
φορός
φόρος
φοροτελής
φοροφορέω
φορταγωγέω
φορταγωγός
φόρταξ
φορτηγέω
φορτηγία
φορτηγικός
φορτηγός
φορτιαφόρος
φορτίζω
φορτικεύομαι
φορτικός
φορτικότης
φορτικῶς
φόρτιμος
φορτίον
φορτίς
φορτισμός
φορτοβαστάκτης
φόρτος
φορτοστόλος
Φορτουνᾶτος
φορτοφορέω
φορτοφόρος
φορτόω
φορύη
φορυκαία
φορυκτός
φορύνω
φόρυς
φορύσσω
φορυτός
φορύω
φορω
Φορωνεῖδαι
φορῶς
φόσσατον
φοτεύει
φοῦ
…
φορτιαφόρος
Save
φορτιαφόρος, porter
LSJ
φορτιᾱφόρος, ὁ,
porter,
Gloss.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}