φορτοβαστάκτης
φορτοβαστάκτης, porter
φορτοβαστάκτης, ου, ὁ,
- porter, Sch. Pl. R. 600c, Suid. s.v. Πρωταγόρας.
φορτοβαστάκτης, ὁ, Lastträger, Schol. Plat. Rep. X.476.
φορτοβαστάκτης, porter