φυλλοστάφυλον
φυλλο-στάφῠλον [ᾰ], τό,
- = κάππαρις, f. l. for ὀφιοστ- in Ps.-Dsc. 2.173.
φυλλο·στάφυλον, ου (τὸ) [ᾰῠ] autre n. de la plante κάππαρις, Diosc. Noth. 2, 204.
Étym. φ. σταφύλη.