Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φόρβια
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φονουργός
φονόω
Φοντήϊος
φόντης
φονώδης
φοξῖνος
φοξίχειλος
φοξός
Φόξος
φοξότης
φοξόχειλος
φορά
φοράδην
φοράδιον
φορακιώδης
φοράς
φορβά
φορβαδικός
φορβαία
φορβαιά
φορβαῖος
φορβάμων
φόρβαντα
Φορβαντεῖον
φορβάς
Φόρβας
φορβασία
φορβεά
φορβειά
φορβή
φόρβια
φορβιά
φόρβιον
φόρβον
φορβόν
φόρβυτα
φοργάνη
φορεαφόρος
φορέεσκε
φόρεθρον
φορειά
φορειαφόρος
φορεῖον
φορειοφόρος
φόρεμα
φορεσία
φόρεσις
φορέσκω
φορεσσακής
φορετρίζω
φόρετρον
φορεύς
φορεύω
φορέω
φορηδόν
φόρημα
φορήμεναι
φόρημι
φόρησις
φορητέον
φορητέος
…
φόρβια
Save
LSJ
φόρβ-ια·
φάρμακα, οἱ δὲ φόρβα,
Hsch.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}