Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
φονουργός
φονουργός, murderous
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
φόλυς
φονά
φόναξ
Φόναξ
φονάω
φονεργάτης
φόνευμα
φονεύς
φονεύσιμος
φονευτέον
φονευτής
φονευτικός
φονεύτρια
φονεύω
φονή
φονής
φονικός
φονικῶς
φόνιος
φονοειδής
φονόεις
φονοκτονέω
φονοκτονία
φονοκτόνος
φονολειβής
φονολιβής
φονόρρυτος
φονόρυτος
φόνος
φονός
φονουργός
φονόω
Φοντήϊος
φόντης
φονώδης
φοξῖνος
φοξίχειλος
φοξός
Φόξος
φοξότης
φοξόχειλος
φορά
φοράδην
φοράδιον
φορακιώδης
φοράς
φορβά
φορβαδικός
φορβαία
φορβαιά
φορβαῖος
φορβάμων
φόρβαντα
Φορβαντεῖον
φορβάς
Φόρβας
φορβασία
φορβεά
φορβειά
φορβή
φόρβια
…
φονουργός
Save
φονουργός, murderous
LSJ
φονουργός, όν,
murderous,
Sch.rec.
S.
El.
1150.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}