χέρσινος Save LSJ Bailly 2024 Pape χέρσ-ῐνος, η, ον, = χερσαῖος, of tortoises, Plin. HN 9.38. χέρσινος, η, ον, c. χερσαῖος, en parl. de tortues, Plin. H.N. 9, 10, 12. Étym. χέρσος. χέρσινος, = χερσαῖος.