χαλκοθώραξ
χαλκο-θώραξ, ᾱκος, ὁ, ἡ,
- = χαλκεοθώραξ, Pi. Pae. 2.1, B. 10.123, S. Aj. 179 (lyr.).
χαλκο·θώραξ, ακος (ὁ, ἡ) [ᾱκ] à la cuirasse d’airain, Soph. Aj. 179 ; Luc. Zeux. 8.
χαλκοθώραξ, ᾱκος, ὁ, ἡ, = χαλκεοθώραξ, Ἐνυάλιος Soph. Aj. 179.
χαλκοθώραξ
- 1with bronze breastplate Ἄβδηρε χαλκοθώραξ Pae. 2.1 χαλκοθώ]ρᾱκος Ἐνυαλίου (supp. Lobel) fr. 169. 12. χαλ]κοθωράκων (supp. Lobel) ?fr. 349.
χαλκοθώραξ
χαλκο-θώραξ, ᾱκος,
= χαλκεοθώραξ, Soph.