Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαλκοποιός
χαλκοποιός, metalworker
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χαλκόκτυπος
χαλκοκώδων
χαλκολίβανον
χαλκολίβανος
χαλκόλιθος
χαλκολογέω
χαλκολόγος
χαλκόλοφος
χαλκομάραυγος
Χαλκομέδεια
Χαλκομέδη
Χαλκομέδουσα
χαλκομίτρας
χαλκόμιτρος
χαλκομόλυβδος
χαλκόμυια
χαλκομωτής
χαλκόνωτος
χαλκοπαγής
χαλκοπάρᾳος
χαλκοπάρειος
χαλκοπάρῃος
χαλκοπέδη
χαλκόπεδος
χαλκοπέταλος
χαλκόπλακτος
χαλκοπλάστης
χαλκόπλευρος
χαλκοπληθής
χαλκόπληκτος
χαλκοποιός
χαλκόπους
χαλκοπρόσωπος
χαλκόπρῳρος
χαλκόπτερος
χαλκόπτης
χαλκόπυγος
χαλκόπυλος
χαλκοπώγων
χαλκοπώλης
χαλκόροφος
χαλκορυχεῖον
χαλκός
χαλκοσάνδαλος
χαλκοσκελής
χαλκοσμάραγδος
χαλκόστερνος
χαλκοστέφανος
χαλκόστομος
χαλκοτειχής
χαλκότευκτος
χαλκοτευχής
χαλκοτήγανον
χαλκότονον
χαλκότοξος
χαλκοτόρευτος
χαλκοτορέω
χαλκότορος
χαλκοτυπεῖον
χαλκοτυπέω
χαλκοτυπία
…
χαλκοποιός
Save
χαλκοποιός, metalworker
LSJ
χαλκο-ποιός, ὁ,
metalworker,
Sammelb.
5726.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}