Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χαλκόστερνος
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χαλκομωτής
χαλκόνωτος
χαλκοπαγής
χαλκοπάρᾳος
χαλκοπάρειος
χαλκοπάρῃος
χαλκοπέδη
χαλκόπεδος
χαλκοπέταλος
χαλκόπλακτος
χαλκοπλάστης
χαλκόπλευρος
χαλκοπληθής
χαλκόπληκτος
χαλκοποιός
χαλκόπους
χαλκοπρόσωπος
χαλκόπρῳρος
χαλκόπτερος
χαλκόπτης
χαλκόπυγος
χαλκόπυλος
χαλκοπώγων
χαλκοπώλης
χαλκόροφος
χαλκορυχεῖον
χαλκός
χαλκοσάνδαλος
χαλκοσκελής
χαλκοσμάραγδος
χαλκόστερνος
χαλκοστέφανος
χαλκόστομος
χαλκοτειχής
χαλκότευκτος
χαλκοτευχής
χαλκοτήγανον
χαλκότονον
χαλκότοξος
χαλκοτόρευτος
χαλκοτορέω
χαλκότορος
χαλκοτυπεῖον
χαλκοτυπέω
χαλκοτυπία
χαλκοτυπική
χαλκοτύπιον
χαλκοτύπος
χαλκότυπος
χαλκοῦν
χαλκουργεῖον
χαλκουργέω
χαλκούργημα
χαλκουργία
χαλκουργική
χαλκουργικός
χαλκουργός
χαλκοῦς
Χαλκοῦς
χαλκοφάλαρος
χαλκοφανής
…
χαλκόστερνος
Save
LSJ
χαλκό-στερνος, ον,
= χαλκοθώραξ, δυνάμεις
Phleg.
Fr.
36.3J.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}