χειρωνάκτης
χειρων-άκτης, ου, ὁ,
- = χειρῶναξ, Zonar.: -ακτέων (gen. pl.) is f.l. in Hp. Acut. 44.
χειρωνάκτης, ου (ὁ) c. χειρῶναξ, Hpc. Acut. 384, 391 ; DH. 6, 51.
χειρωνάκτης, ὁ, seltenere Form für χειρῶναξ, Hippocr.