χείρων
χείρων, χείρων, worse, lowlier, meaner; worst, lowliest, meanest
- I of persons, meaner, inferior, either in bodily strength and bravery, or in rank, opp. ἀρείων, Il. 10.238, Od. 20.133; σὺ μὲν ἐσθλὸς ἐγὼ δὲ σέθεν πολὺ χείρων Il. 20.434; τοῦ γένετʼ ἐκ πατρὸς πολὺ χείρονος υἱὸς ἀμείνων 15.641, cf. Od. 20.82; ἦ πολὺ χείρονες ἄνδρες ἀμύμονος ἀνδρὸς ἄκοιτιν μνῶνται 21.325; opp. κρείσσων, Pi. I. 4(3).34(52); τὸν ὄλβιον τόν τε χ. E. Ba. 422 (lyr.); τὰ χείρονα S. Fr. 192, E. Supp. 196.
- 2 later in moral sense, worse than others, sts. almost like a positive, knave, opp. ἀγαθός, S. Ph. 456, cf. Th. 3.9, Lys. 16.3; οἱ πένητες καὶ οἱ δημόται καὶ οἱ χ. X. Ath. 1.4, cf. 3.10; οἱ χ., opp. οἱ ἀγαθοί, Pl. R. 460c, etc.
- b χ. βίος, opp. ἀμείνων, ib. 618d; γνώμη X. Cyr. 8.8.7.
- 3 worse in quality, inferior, of horses, Il. 23.572: inferior, less skilful, ἰητροί Hp. Acut. 6; ζωγράφοι, δημιουργοί, etc., Pl. Cra. 429a, R. 421e, etc.: χ. εἰς σοφίαν, εἰς τὴν ἀρετήν, Id. Tht. 162c, R. 335b; πρὸς ἀλήθειαν Luc. JTr. 48; c. acc., χ. τὰ πολεμικά X. Cyr. 8.8.20; χ. τὴν ψυχήν, τὴν διάνοιαν, Aeschin. 3.46. Isoc. 11.43; τὰ ἄλλα μηδὲν χ. Id. 4.105; c. inf., χ. ἡμῶν ταῦτα ποιεῖν X. Cyr. 2.1.16; οὐδὲν χείρους ἔσεσθε . . ἀκηκοότες you will be none the worse for having heard . ., D. 24.139; less kind, μὴ χ. περὶ ἡμᾶς αὐτοὺς εἶναι . . τῶν ὑπαρχόντων Id. 2.2.
- II of things, inferior in quality, ἄεθλον Il. 23.413; ὑποδήματα X. Oec. 13.10; ὄνομα Pl. Cra. 429b.
- 2 worse, harder, more severe, νόσος E. Andr. 220; μοῖρα Pl. Phdr. 248e; τιμωρία Ep.Hebr. 10.29.
- III neut.,
- 1 as a Subst., τὸ χ. inferiority, Polem. Call. 27; but mostly in phrases with Preps., ἐπὶ τὸ χ. τρέπεσθαι, κλῖναι, fall off, get worse, X. Cyr. 8.8.2, Mem. 3.5.13; ἐπὶ τὸ χ. μεταβάλλει ἑαυτόν Pl. R. 381b; ἀλλοιοῦσθαι ἐπὶ τὸ χ., opp. ἐπὶ τὸ βέλτιον, Thphr. CP 6.3.3; also πάντα ὑποπτεύοντες ἐπὶ τὸ χ. putting the worst construction on . . D.H. 6.85; λαμβάνειν τι ἐπὶ τὸ χ. J. AJ 16.7.4; also πρὸς τὸ χ. μεταβάλλειν D.S. 20.57; κατὰ τὸ χ. Pl. Lg. 720e; in the lower sense, opp. κατὰ τὸ κρεῖττον, Dam. Pr. 7: less freq. in pl., ἐπὶ τὰ χείρω ἰέναι X. Mem. 3.9.9; τὰ χ. προαιρεῖσθαι Isoc. 8.110.
- 2 as a predicate, ἀλλὰ σοὶ αὐτῷ χ. (sc. ἐστί or ἔσται) Od. 15.515, cf. X. An. 7.6.4; with a neg., οὐ χ. [ἐστι] c. inf., we may as well, Pl. Phd. 105a, Arist. EN 1127a14; simply οὐ χεῖρον, in an answer, it is as well, Ar. Eq. 37; λάβʼ, ὦγάθʼ· οὐδὲν χ. Clearch.Com. 4.
- 3 as Adv., worse, χ. βουλεύσασθαι Th. 3.46, cf. 6.89; χ. πρᾶξαι Id. 7.67; βιῶναι, ζῆν, Pl. R. 344e, 519d.
- b in inferior degree, less, ἀγαπᾶν Id. Lg. 928a; φυλακὰς χ. φυλαττομένας X. HG 6.2.17, etc.
- B Sup. χείριστος, η, ον, worst, Pl. Plt. 303a, etc.; ὁ χ., opp. ὁ βέλτιστος, Lys. 1.2; esp. οἱ χ. men of lowest degree, X. Mem. 1.2.32. Adv. χείριστα Arist. PA 687a24, Metaph. 1083b2 (dub. l.); also -τως LXX 2 Ma. 7.39.
1. van pers.
a. van uiterlijk slechter, lelijker:
b. van kwaliteit zwakker, minder, geringer:
c. sociaal minder, geringer:
d. moreel slechter:
2. van zaken slechter, inferieur (in waarde of kwaliteit):
3. als n. pred., meestal met inf. tamelijk slecht, niet zo best:
4. adv.
5. subst.
χεῖρον, -ονος. Also χερείων, χέρειον, -ονος.
Dat. sing. masc. χέρηϊ Il. 1.80.
Acc. χέρεια Il. 4.400: Od. 14.176.
Nom. pl. χέρηες Od. 15.324.
Acc. pl. neut. χέρεια Il. 14.382: Od. 18.229, Od. 20.310.
Used as comp. of κακός.
- 1
Of meaner birth, of lower rank or station: ἀνδρὶ χέρηϊ Il. 1.80, χερείονος θεοῦ Il. 20.106. Cf. Od. 11.621.
Absol.: οἶά τε τοῖς ἀγαθοῖσι παραδρώωσι χέρηες Od. 15.324.
- 2
Less warlike, soldierly or skilful in fight: ἐγὼ σέθεν πολὺ χείρων Il. 20.434. Cf. Il. 4.400, Il. 10.238, Il. 14.377, Il. 15.641.
Absol. : χέρεια
[τεύχεα] χείρονι δόσκον Il. 14.382.
- 3
Inferior, of less account, less worthy, serviceable or skilful: οὐ χερείων, οὐ δέμας οὐδὲ φυήν Il. 1.114, ἄλλον κεβριόναο χερείονα Il. 12.92. Cf. Il. 16.149, Il. 23.572, 577: οὔ τι κασιγνήτοιο χερείων Od. 8.585. Cf. Od. 5.211, Od. 14.176, Od. 20.45, 82, 133, Od. 21.325.
Absol. : χερείονά περ καταπεφνών Il. 16.539.
- 4
Of things, inferior, less good of their kind, of less account or estimation, worse: χέρεια
[τεύχεα] Il. 14.382. Cf. Il. 23.413.
Impers.: σοί [κʼ] αὐτῷ χεῖρον [εἴ] (you would but fare the worse) Od. 15.515.
- 5
Bad rather than good. Impers.: οὔ τι χέρειον δεῖπνον ἑλέσθαι (it is no bad thing to . . .) Od. 17.176, αὐτίκα δʼ ἐστὶ δαήμεναι οὔ τι χέρειον (I may as well know it now) Od. 23.262.
Absol. in neut. pl., what is bad rather than good, bad, evil: ἐπεὶ τὰ χερείονα νικᾶ Il. 1.576: =Od. 18.404.
- 6
Morally bad or unfitting.
Absol.: ἐσθλά τε καὶ τὰ τὰ χέρεια Od. 18.229=Od. 20.310.
- 1
- 1worse, lesser (φθόνος) ἅπτεται δʼ ἐσλῶν ἀεί, χειρόνεσσι δʼ οὐκ ἐρίζει N. 8.22 καὶ κρέσσονʼ ἀνδρῶν χειρόνων ἔσφαλε τέχνα καταμάρψαισʼ I. 4.34
Strong 5501
worse: Mt 9:16 12:45 27:64, Mk 2:21, Lk 11:26, Jo 5:14, I Ti 5:8, He 10:29, II Pe 2:20; εἰς (ἐπὶ) τὸ χεῖρον, Mk 5:26, II Ti 3:13.†
- Iof persons, worse, meaner, inferior, Hom., etc.; σὺ μὲν ἐσθλός, ἐγὼ δὲ σέθεν πολὺ χείρων Il.: in moral sense, worse than others, a knave, Soph., Thuc., etc.
- 2worse in quality, inferior, Il.; χ. εἰς τὴν ἀρετήν Plat.; χ. τὰ πολεμικά Xen.; c. inf., χ. ποιεῖν Xen.
- IIof things, inferior, Il., Xen.
- 2worse, more severe, νόσος Eur.; μοῖρα Plat.
- IIIthe neut. is used,
- 1as a Subst., τὰ χερείονα the worse advice, ill counsels, Il.: —ἐπὶ τὸ χεῖρον τρέπεσθαι, κλίνειν to fall off, get worse, Xen.
- 2χεῖρόν τινι (sc. ἔστι or ἔσται) it is or will be worse for one, Od., Xen.; οὐ χεῖρον, in an answer, ʼtis well, Ar.
- 3as adv., like Lat. pejus, worse, χεῖρον βουλεύεσθαι Thuc.; βιῶναι, ζῆν Plat.
- bin inferior degree, less, Xen., etc.
- BSup. χείριστος, η, ον worst, Lat. pessimus, Plat., etc.: esp. οἱ χείριστοι men of lowest degree, Xen.
-
…ἵππων ἀρετήν ; ἀνάγκη. ἀνθρώπους δέ, ὦ ἑταῖρε, μὴ οὕτω φῶμεν, βλαπτομένους εἰς τὴν ἀνθρωπείαν ἀρετὴν χείρους γίγνεσθαι ; πάνυ μὲν οὖν. ἀλλʼ ἡ δικαιοσύνη οὐκ ἀνθρωπεία ἀρετή ; καὶ τοῦτʼ ἀνάγκη. καὶ τοὺς βλαπτομένους…
Plato, Republic
-
…τῶν κυνῶν ἀρετήν, ἢ εἰς τὴν τῶν ἵππων ; εἰς τὴν τῶν ἵππων. ἆρʼ οὖν καὶ κύνες βλαπτόμενοι χείρους γίγνονται εἰς τὴν τῶν κυνῶν ἀλλʼ οὐκ εἰς τὴν τῶν ἵππων ἀρετήν ; ἀνάγκη. ἀνθρώπους δέ, ὦ ἑταῖρε…
Plato, Republic
-
…ἀδικήματος καὶ ἐν δημοκρατίᾳ καὶ ὀλιγαρχίᾳ ἡ αὐτὴ τιμωρία τοῖς ἀσθενεστάτοις πρὸς τοὺς τὰ μέγιστα δυναμένους ἀποδέδοται, ὥστε τὸν χείριστον τῶν αὐτῶν τυγχάνειν τῷ βελτίστῳ · οὕτως, ὦ ἄνδρες, ταύτην τὴν ὕβριν ἅπαντες ἄνθρωποι δεινοτάτην ἡγοῦνται. περὶ…
Lysias, Speeches
-
…καὶ πάνυ γε, ἔφη · τούς γε πονηρούς τε καὶ ἐχθροὺς δεῖ βλάπτειν. βλαπτόμενοι δʼ ἵπποι βελτίους ἢ χείρους γίγνονται ; χείρους. ἆρα εἰς τὴν τῶν κυνῶν ἀρετήν, ἢ εἰς τὴν τῶν ἵππων ; εἰς τὴν τῶν…
Plato, Republic
-
…, ἔφη · τούς γε πονηρούς τε καὶ ἐχθροὺς δεῖ βλάπτειν. βλαπτόμενοι δʼ ἵπποι βελτίους ἢ χείρους γίγνονται ; χείρους. ἆρα εἰς τὴν τῶν κυνῶν ἀρετήν, ἢ εἰς τὴν τῶν ἵππων ; εἰς τὴν τῶν ἵππων. ἆρʼ…
Plato, Republic
-
…, τουτὶ ἄλλως ἔχειν ; ἔοικας, ἦν δʼ ἐγώ ἤτοι ἡμῶν γε οὐδὲν κήδεσθαι, οὐδέ τι φροντίζειν εἴτε χεῖρον εἴτε βέλτιον βιωσόμεθα ἀγνοοῦντες ὃ σὺ φῂς εἰδέναι. ἀλλʼ, ὠγαθέ, προθυμοῦ καὶ ἡμῖν ἐνδείξασθαι οὔτοι κακῶς σοι…
Plato, Republic
-
…νῦν τοῦτο ὑμῶν δέομαι δίκαιον, ὥς γέ μοι δοκῶ, τὸν μὲν τρόπον τῆς λέξεως ἐᾶν ἴσως μὲν γὰρ χείρων, ἴσως δὲ βελτίων ἂν εἴη αὐτὸ δὲ τοῦτο σκοπεῖν καὶ τούτῳ τὸν νοῦν προσέχειν, εἰ δίκαια λέγω ἢ…
Plato, Apology
-
…, ἄλλως δὲ ὑμῖν φαίνωμαι παρὰ τὴν ἡλικίαν τὴν ἐμαυτοῦ ἀνοητότερον πρὸς τὸ μειράκιον διατεθείς, αἰτοῦμαι ὑμᾶς μηδέν με χείρω νομίζειν, εἰδότας ὅτι ἐπιθυμῆσαι μὲν ἅπασιν ἀνθρώποις ἔνεστιν, οὗτος δὲ βέλτιστος ἂν εἴη καὶ σωφρονέστατος, ὅστις κοσμιώτατα…
Lysias, Speeches
-
…γὰρ οὐδὲν ἂν βλάψειεν οὔτε Μέλητος οὔτε Ἄνυτος οὐδὲ γὰρ ἂν δύναιτο οὐ γὰρ οἴομαι θεμιτὸν εἶναι ἀμείνονι ἀνδρὶ ὑπὸ χείρονος βλάπτεσθαι. ἀποκτείνειε μεντἂν ἴσως ἢ ἐξελάσειεν ἢ ἀτιμώσειεν · ἀλλὰ ταῦτα οὗτος μὲν ἴσως οἴεται καὶ ἄλλος τίς που…
Plato, Apology
-
…ἄχθεσθαι, ἢ λίαν οὕτω βαρέως φέρειν ἐπὶ ταῖς τῆς φύσεως συμφοραῖς, ἐπισταμένους ὅτι ὁ θάνατος κοινὸς καὶ τοῖς χειρίστοις καὶ τοῖς βελτίστοις ; οὔτε γὰρ τοὺς πονηροὺς ὑπερορᾷ οὔτε τοὺς ἀγαθοὺς θαυμάζει, ἀλλʼ ἴσον ἑαυτὸν παρέχει πᾶσιν .…
Lysias, Speeches