χιλιοκράτωρ Save LSJ Pape χῑλιο-κράτωρ, ορος [ᾰ], ὁ, = χιλίαρχος, Tz. H. 3.719. χιλιοκράτωρ, [χῑ], ορος, ὁ = χιλιάρχης, Tzetz. chil. 3.719.