Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
χλωρότομος
χλωρότομος, freshly cut
LSJ
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
χλωράκοπον
χλώρασμα
χλωραύχην
χλωράω
χλωρεύς
χλωρέω
χλωρηΐς
χλωριάζω
χλωρίασις
χλωριάω
χλωρίζω
χλωρικός
χλωρίς
Χλῶρις
χλωρίτης
χλωρίτης λίθος
χλωρῖτις
χλωρίων
χλωροβοτάνη
χλωροειδής
χλωρόκομος
χλωροκυρτίς
χλωρομέλας
χλωροποιός
χλωρόπτιλος
χλωρός
χλῶρος
χλωροσαῦρα
χλωροστρουθίον
χλωρότης
χλωρότομος
χλωρότυρα
χλωροφαγέω
χλωροφάγος
χλωροφυλακία
χνάσμι
χναῦμα
χναυμάτιον
χναυνός
χναυρός
χναυστικός
χναύω
χνιαρωτέρα
χνοάζω
χνοάω
χνόη
χνοΐζομαι
χνοΐζω
χνοίη
χνόϊος
χνοόεις
χνόος
χνοῦς
χνοώδης
χνοωδίαι
χνοωδῶς
χξϛʹ
χόα
χοαῖος
χοανεύω
χοάνη
…
χλωρότομος
Save
χλωρότομος, freshly cut
LSJ
χλωρό-τομος, ον,
freshly cut,
δάφνα
Aristonous
1.10.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}