χρυσολάχανον
χρυσο-λάχᾰνον [λᾰ], τό,
- = ἀνδράφαξυς, Ps.-Dsc. 2.119, Gp. 12.1.1, Lyd. Mens. 4.42.
χρυσο·λάχανον, ου (τὸ) [ῡᾰᾰ] arroche, plante, Geop. 2, 145.
Étym. χρ. λάχανον.
χρυσολάχανον, [ῡ], τό, Goldkraut, Plin. H.N. 27.8.