χρυσόραπις
χρῡσό-ρᾰπις, ὁ, poet. for χρυσόρραπις, Pi. P. 4.178.
χρυσό·ραπις (ὁ) [ῡᾰ] poét. c. χρυσόρραπις, Pd. P. 4, 316.
χρυσόραπις, [ῡ], ὁ, poet. statt χρυσόρραπις, Pind. P. 4.178, Ἑρμῆς.
χρῡσόρᾰπις, χρυσόρραπις epith. of Hermes,
- 1with golden wand Ἑρμᾶς χρυσόραπις P. 4.178 χρυσόρραπιν ὦρσεν Ἑρμᾶν Δ. 4. 37.
χρυσόραπις
poet. for χρυσόρραπις, Pind.