About
Menu

ψύλλος

ψύλλος, flea

ψύλλος, ὁ,
  • = ψύλλα (q. v.).
      • 2 ψ. θαλάσσιος, sea-flea, Cyran. 45,78.
    • II = τὸ παχὺ τὸ συνέχον τὸ τοῦ κάπρου αἰδοῖον, Hsch.

Saved

Recent