Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀβαρῶς
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀβάπτιστος
ἄβαπτος
Ἀβαράθα
Ἀβαρβαρέη
ἀβαρβάριστος
ἀβαρβαρίστως
ἀβάρβαρος
ἀβαρβάρως
Ἀβαρβίνα
Ἀβαρεύς
ἀβαρής
Ἀβαρικός
Αβαριμ
ἄβαρις
Ἄβαρις
ἁβαριστά
ἀβαρκηνιν
ἄβαρκνα
ἀβαρκνᾷ
ἀβαρλεῖται
Ἀβαρνεύς
Ἀβαρνιάς
Ἀβαρνίς
ἀβάρνου
Ἄβαροι
ἀβαρταί
ἀβαρτία
ἄβαρτος
Ἄβαρτος
ἀβαρύ
ἀβαρῶς
Ἄβας
ἀβάς
Ἄβασα
ἀβᾶσαι
ἀβασάνιστος
ἀβασανίστως
Ἀβασγία
Ἀβασγοί
ἀβασγός
Ἀβασηνοί
ἀβασία
ἀβασιλευσία
ἀβασίλευτος
Ἀβάσκανθος
ἀβασκάνιστος
ἀβάσκανος
Ἀβασκαντίς
ἀβάσκαντον
ἀβάσκαντος
ἀβασκάντως
ἀβασκάνως
Ἀβασκοί
Ἄβασκος
ἀβάστακτος
Ἀβαστανοί
ἄβαστον
ἁβατάς
Ἀβάτης
Ἀβάτης οἶνος
ἄβατι
…
ἀβαρῶς
Save
Bailly 2024
ἀβαρῶς
[
βᾰ
]
adv.
sans peine,
Simpl.
Epict.
331 Schweigh.
Étym.
ἀβαρής
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}