Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀβασκάνως
Bailly 2024
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
Ἀβαρνιάς
Ἀβαρνίς
ἀβάρνου
Ἄβαροι
ἀβαρταί
ἀβαρτία
ἄβαρτος
Ἄβαρτος
ἀβαρύ
ἀβαρῶς
Ἄβας
ἀβάς
Ἄβασα
ἀβᾶσαι
ἀβασάνιστος
ἀβασανίστως
Ἀβασγία
Ἀβασγοί
ἀβασγός
Ἀβασηνοί
ἀβασία
ἀβασιλευσία
ἀβασίλευτος
Ἀβάσκανθος
ἀβασκάνιστος
ἀβάσκανος
Ἀβασκαντίς
ἀβάσκαντον
ἀβάσκαντος
ἀβασκάντως
ἀβασκάνως
Ἀβασκοί
Ἄβασκος
ἀβάστακτος
Ἀβαστανοί
ἄβαστον
ἁβατάς
Ἀβάτης
Ἀβάτης οἶνος
ἄβατι
ἄβατον
ἀβατόομαι
ἄβατος
Ἄβατος
ἀβατοῦμαι
ἀβατόω
Ἀβαύχας
ἀβαφής
ἄβαφος
ἁβάω
ἀββα
Ἀββά
ἀββᾶ
Ἄββα
Ἄββαρος
ἀββάσκω
Ἀββορᾶς
ΑΒΓ
Ἄβγαρος
Ἀβδαγάσης
Ἀβδαῖος
…
ἀβασκάνως
Save
Bailly 2024
ἀβασκάνως
[
κᾰ
]
adv.
sans jalousie,
M. Ant.
1, 16
.
Étym.
ἀβάσκανος
.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}