ἀγέροχος Save Bailly 2024 Pape ἀγέροχος, ος, ον [ᾰ] c. ἀγέρωχος, Ar. Lys. 1281. ἀγέροχος, conj. für ἀγέχορος, = ἀγέρωχος, Ar. Lys. 128 t.