ἀγεννία
ἀγενν-ία, v. sub ἀγέννεια.
1 vileza, bajeza
ἀγεννία καὶ δειλία
ἀγεννίας σημεῖον
ἀ. ψυχῆς
2 mezquindad
op. πολυτέλεια
ἀγεννία, ας (ἡ) c. ἀγένεια, Pol. 20, 9, 1, etc.
ἀγεννία, ἡ, Polyb. 30.9.1, u. öfter = ἀγένεια, Feigheit.