ἄγαμαι
ἄγαμαι, to wonder, be astonished; be envious
- I abs., wonder, μνηστῆρες δʼ . . ὑπερφιάλως ἀγάσαντο Od. 18.71, etc.; c. part., Ὀδυσῆος ἀγασσάμεθʼ εἶδος ἰδόντες Il. 3.224.
- 2 more freq. c. acc., admire a person or thing, τὸν δʼ ὁ γέρων ἠγάσσατο Il. 3.181; ὡς σέ, γύναι, ἄγαμαι Od. 6.168; μῦθον ἄ. Il. 8.29; τὸ προορᾶν ἄ. σευ Hdt. 9.79; ὑμέων ἀγάμεθα τὴν προνοίην Id. 8.144; οὐκ ἄγαμαι ταῦτʼ ἀνδρὸς ἀριστέως E. IA 28; ταῦτα ἀγασθείς X. Cyr. 2.3.19, cf. Isoc. 4.84, etc.: c. acc. pers. et gen. rei, admire one for a thing, Pl. R. 426d, X. Cyr. 2.3.21.
- 3 c.gen., wonder at freq. in Com., ἄγαμαι δὲ λόγων Ar. Av. 1744; ἄ. κεραμέως αἴθωνος Eup. 21D.; ἄ. σοῦ στόματος, ὡς . . Phryn.Com. 10:—also in Prose, X. Mem. 2.6.33, Pl. Euthd. 276d, etc.
- 4 c. gen. pers., foll. by part., wonder at oneʼs doing, ἄ. Ἐρασίνου οὐ προδιδόντος Hdt. 6.76.β; ἀ. αὐτοῦ εἰπόντος Pl. R. 329d, etc.; ἄ. τινος ὅτι, . . διότι . ., Id. Hp.Ma. 291e, X. Mem. 4.2.9, etc.
- 5 c. dat., to be delighted with a person or thing, Hdt. 4.75, Pl. Smp. 179c, X. Cyr. 2.4.9; later, ἐπί τινι, D. Ep. 2.11, MenetorHist. 1, Phalar. Ep. 79.
- II in bad sense, feel envy, bear a grudge, c. dat. pers., εἰ μή οἱ ἀγάσσατο Φοῖβος Ἀπόλλων Il. 17.71; ἀγασσάμενοι [μοι] περὶ νίκης 23.639; with inf. added, to be jealous of one that . ., σχέτλιοί ἐστε, θεοί, . . οἵ τε θεαῖς ἀγάασθε παρʼ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι Od. 5.119, 23.211; foll. by a relat., ἔφασκε Ποσειδάωνʼ ἀγάσεσθαι ἡμῖν, οὕνεκα . . 8.565:—Pass. aor. ἠγάσθην Hes. Fr. 93.2, dub. in E. HF 845.
- 2 c. acc, to be jealous of, angry at a thing, ἀγασσάμενοι κακὰ ἔργα Od. 2.67; of Gods, 4.181, cf. 23.64. Cf. ἀγαίομαι.
I en cont. negat.
1 c. ac. de cosa reprobar
κακὰ ἔργα
τὰ μέν
2 c. dat. de pers. mirar con reprobación, malevolencia
εἰ μή οἱ ἀγάσσατο Φοῖβος Ἀπόλλων
ἔφασκε Ποσειδάων' ἀγάσεσθαι ἡμῖν, οὕνεκα ...
νῶϊν ἀγάσαντο παρ' ἀλλήλοισι μένοντε
• abs.
οὔτε λίην ἄγαμαι
tampoco estoy demasiado ofendida
3 envidiar, estar envidioso, encelarse, tener celos abs.
μή τι κότῳ ἀγάσησθε ἕκαστος
• c. dat. de pers. y gen. de cosa
μή οἱ δῆμος εὐκλείης ἀγάσαιτο
• sólo c. gen.
ἔκρυψαν τὸ [π]άντων ἔργων ἱερώτ[ατον] γλυκείας ὀπὸς ἀγασ[θ]έντες
• c. περί y gen.
ἀγασσάμενοι περὶ νίκης
• abs. indif. envidiar, tener celos o admirar (cf. infra)
μνηστῆρες δ' ... ὑπερφιάλως ἀγάσαντο
II en cont. gener. posit.
1 admirar, quedar sobrecogido c. ac. de pers.
τὸν δ' ὁ γέρων ἠγάσσατο
ὡς σέ, γύναι, ἄγαμαι
τὸν νομοθέτην
τινα ταῦρον
τὰ δ' ἄρ' ἴχνια ... οἷά τ' ἀγάσσασθαι
• de palabras y abstr.
μῦθον ἀγασσάμενοι
δύνασιν ... ἀγασθείς
μεγαλοψυχίαν
προαίρεσιν
τὸ προορᾶν σευ
οὐκ ἄγαμαι ταῦτ' ἀνδρὸς ἀριστέως
αὐτοῦ τὴν φιλοφροσύνην
Ζεὺς ἀγασάμενος ἀλώπεκος τὸ συνετὸν τῶν φρενῶν
• c. gen. de pers. o cosa
Ὀδυσῆος ἀγασσάμεθ' εἶδος ἰδόντες
ἄγασθαι τοῦ Ἐρασίνου οὐ προδιδόντος τοὺς πολιήτας
ἀγασθέντες τῆς σοφίας αὐτοῖν
ὅταν ἀγασθῶσι σφόδρα του
cuando admiran mucho a algunoἄγαμαι καρδίας
te admiro corazón e.e. ¡bravo mi corazón!ἄγαμαι λόγων
νὴ τὴν Ἥραν ... ἄγαμαί γέ σου
ἄγαμαι νῦν ἀκούων
ἄγαμαι κεραμέως αἴθωνος ἐστεφανωμένου
ἄγαμαι ... σοῦ στόματος
ὅστις οὐκ ἠγάσθη τέ σου τῆς φιλανθρωπίας
• c. ac. de pers. y gen. de cosa admirar a uno por algo Pl.R.426d
• c. dat. de pers. o cosa (posthom.) estar admirado, encantado con alguien o algo Hdt.4.75, Pl.Smp.179c, X.Cyr.2.4.9,
ἐπί τινι
• abs.
ἀμφοτέροισιν ἀγάσσατο θυμός
los corazones de ambos estaban llenos de asombroὡς δ' εἶδον θυμός μευ ἀγάσσατο
ἀγασθείς
perplejoτὸ δὲ ἀγαθὸν νενόηται ἐκ τοῦ ἄγασθαι ἡμᾶς
2 agradarle a uno, aprobar, aplaudir
οὐκ ἄγαμαι τὸν ἀοιδὸν ὃς ...
no me agrada el aedo que ...τοὺς παῖδας
ref. a una actuación musical
3 c. μή preguntarse si no
δῆμος ... ἠγάσσατο, μὴ ... Λητὼ ... καὶ τοῦτον ἀνήγαγε
el pueblo se preguntaba si acaso no habría dado a luz Leto también a este otro
4 coloquialmente, entre pausas,
ἄγαμαι
por favor
•Formación rad. atem. deriv. de *m̥g°Hu̯2- > ἀγα-, μέγα, ἄγαν.
1. alg. zich verwonderen, zich verbazen,
2. pos.
a. met acc. met bewondering kijken naar, bewonderen:
b. met dat. blij zijn met, zich verheugen over:
3. ep. ook ongunstig
a. benijden, met dat.:
b. verontwaardigd zijn over, met acc.:
1) bewundern, οὔτε λίην ἄγαμαι Od. 23.175, οὔτε τι θαυμάζειν περιώσιον οὔτʼ ἀγάασθαι 16.263, abs. ὑπερφιάλως ἀγάσαντο, staunten, 18.71 ; oft μῦθον ἀγασσάμενοι, worin zugleich gut heißen liegt ; ὡς σέ, γύναι, ἄγ. τε τέθηπά τε Od. 6.168 ; – δύνασιν ἀγασθείς Pind. P. 4.238 ; cf Her. 4.46, 8.144 ; Plat. Prot. 361e ; Xen. Cyr. 7.3.6 ; Isocr. Pan. 84 ; bes. oft Plut. u. Ep. neben u. für θαυμάζειν ; – τινός, Eur. Rhes. 245 ; Arist. Ach. 489 ; Xen. Oec. 4.21, Mem. 2.6.34 ; Plat. Gorg. 526a ; Dem. 18.264, 66.26, s. nachher ; – τινί, Her. πυρίῃ ἀγάμενοι 4.75, Freude habend an ; Xen. Cyr. 6.4.9 ; 2.4.9 τούτοις, οἷς ἀγασθείη, kann Attraktion sein ; τῷ ἔργῳ Plat. Symp. 179c, wo jedoch einige mss. ἕργον haben ; ἐπί τινι Ath. XIII.594c. – Häufiger in Prosa, u. com., vgl. B.A. 335, mit dem gen. der Person, schätzen u. lieben, wo die Sache
a) im acc. steht : Γοργίου ταῦτα ἀγ. Plat. Men. 95c ; αὐτοῦ τὴν φύσιν Theaet. 142c ; σοῦ πολλά Xen. Symp. 8.12 ; doch auch umgekehrt : τούτους τῆς ἀνδρείας Plat. Rep. IV.426d ; τινὰ τῆς πραότητος Xen. Cyr. 2.3.21 ; τῆς σοφίας αὐτοῖν Plat. Euthyd. 276d;
b) ein Satz folgt : ἀγ. σοῦ ὅτι Plat. Hipp. mai. 221e ; Xen. Ag. 8.4 ; ἀγ. σοῦ, διότι οὐ προείλου Mem. 4.2.9 ; τοῦ πατρός, ὅσα πέπραχε Cyr. 3.1.15;
c) c. partic., Ἐρασίνου οὐ προδιδόντος τοὺς πολιήτας Her. 6.76 ; αὐτοῦ εἰπόντος ἀγασθείς Plat. Rep. I.823d.
2) im schlimmen Sinn : aufgebracht sein gegen Jemand, zürnen (vgl. ἀγαίομαι, VLL ὀργίζεσθαι), Hom. ἀγασσάμενοι περὶ νίκης Il. 23.633, u. τινί, Ποσειδάωνʼ ἀγάσασθαι ἡμῖν Od. 8.565, θεαῖς ἀγάασθε παρʼ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι, darüber, daß sie, 5.113 ; vgl. Il. 17.71 ; mit acc. Od. 2.67 ἀγασσάμενοι κακὰ ἕργα, 23.64 ὕβριν ἀγασσάμενος θυμαλγέα καὶ κακὰ ἔργα. Hierher zieht man auch Od. 16.249 ὅτε δή μιν πάντες ἀγασσάμεθʼ ἐξερέοντες, s. Scholl.
1 sing. pres. ἄγαμαι Od. 6.168, Od. 23.175.
2 pl. ἀγάασθε Od. 5.119. ἄγασθε Od. 5.129.
Infin. ἀγάασθαι Od. 16.203.
2 pl. impf. ἠγάασθε Od. 5.122.
Fut. infin. ἀγάσεσθαι Od. 8.565, Od. 13.173. ἀγάσσεσθαι Od. 4.181.
3 sing. aor. ἠγάσσατο Il. 3.181. ἀγάσσατο Il. 17.71: Od. 4.658.
1 pl. ἀγασσάμεθα Il. 3.224: Od. 10.249.
3 pl. ἀγάσαντο Od. 4.71, Od. 23.211.
2 sing. subj. ἀγάσσεαι Od. 1.389.
2 pl. ἀγάσησθε Il. 14.111.
Pple. ἀγασσάμενος, -ου Il. 7.41, 404, Il. 8.29, Il. 9.51, 431, 694, 711, Il. 23.639: Od. 2.67, Od. 23.64.
- 1
To wonder, marvel: οἵ κʼ ἀγασσάμενοι οἶον ἐπόρσειαν Il. 7.41 (admiring his chivalry; or perh. in sense 3, grudging him honour): ἀγάσσατο θυμός Od. 4.658. Cf. Od. 16.203, Od. 18.71.
- 2
To wonder or marvel at Il. 3.181, 224, Il. 7.404, Il. 8.29, Il. 9.51, 431, 694, 711: Od. 6.168, Od. 10.249.
- 3
To be jealous, bear a grudge Il. 14.111, Il. 23.639.
With dat. of person: οἱ Il. 17.71: Od. 5.122, ἡμῖν Od. 8.565, Od. 13.173.
With complementary infin.: θεαῖς ἀγάασθε παῤ ἀνδράσιν εὐνάζεσθαι Od. 5.119. Cf. Od. 5.129, Od. 23.211.
With acc.: τά Od. 4.181.
- 4
To be offended or hurt Od. 23.175.
- 5
To be indignant or offended at: κακὰ ἔργα Od. 2.67. Cf. Od. 23.64.
With dat. of person: εἴ πέρ μοι ἀγάσσεαι Od. 1.389.
- 1
- 1be amazed at
- a c. acc. ἴυξεν δʼ – δύνασιν Αἰήτας ἀγασθείς P. 4.238
- b c. gen. ἔκρυψαν τὸ πάντων ἔργων ἱερώτ[ατον], γλυκείας ὀπὸς ἀγασθέντες ὅτι ξένοι ἔφθινον (sc. θεοί, with which ἀγασθέντες may possibly be joined. v. Κηληδών.) Pae. 8.75
- Iabsol. to wonder, be astonished, Hom.
- 2c. acc. to admire a person or thing, Hom., Hdt.; so in Attic, ταῦτα ἀγασθείς Xen.; c. acc. pers. et rei, to admire one for a thing, Plat., Xen.
- 3c. gen. rei only, often in Com., to wonder at, λόγων Ar.
- 4c. acc. rei et gen. pers., οὐκ ἄγαμαι ταῦτʼ ἀνδρός I admire not this in a man, Eur.
- 5c. gen. pers., foll. by a part., to wonder at oneʼs doing, ἀγ. αὐτοῦ εἰπόντος Plat.
- 6c. dat. to be delighted with a person or thing, Hdt., Eur., etc.
- IIin bad sense, to feel envy, bear a grudge against a person, c. dat., Hom.
- 2c. acc. to be jealous or angry at a thing, Od. Cf. ἀγαίομαι.
-
…· εἰ δὲ μή, καὶ γῆρας, ὦ Σώκρατες, καὶ νεότης χαλεπὴ τῷ τοιούτῳ συμβαίνει. καὶ ἐγὼ ἀγασθεὶς αὐτοῦ εἰπόντος ταῦτα, βουλόμενος ἔτι λέγειν αὐτὸν ἐκίνουν καὶ εἶπον · ὦ Κέφαλε, οἶμαί σου τοὺς πολλούς ,…
Plato, Republic
-
…σὺ ἄρτι ἔλεγες ἔχει ἡ δικαιοσύνη σοφία μετὰ δικαιοσύνης · εἰ δʼ ὡς ἐγὼ ἔλεγον, μετὰ ἀδικίας. πάνυ ἄγαμαι, ἦν δʼ ἐγώ, ὦ Θρασύμαχε, ὅτι οὐκ ἐπινεύεις μόνον καὶ ἀνανεύεις, ἀλλὰ καὶ ἀποκρίνῃ πάνυ καλῶς…
Plato, Republic
-
…ὑπὲρ τοῦ μεγέθους τοῦ κινδύνου ; ἢ τίς ἀνθρώπων οὐκ ἂν ἐδάκρυσεν ; ἢ τίς τῆς τόλμης αὐτοὺς οὐκ ἂν ἠγάσθη ; ἦ πολὺ πλεῖστον ἐκεῖνοι κατὰ τὴν ἀρετὴν ἁπάντων ἀνθρώπων διήνεγκαν καὶ ἐν τοῖς βουλεύμασι καὶ ἐν τοῖς τοῦ πολέμου…
Lysias, Speeches
-
…ἐθέλῃσιν · ἀνάγκῃ δʼ οὔ τί μιν ἄξει. ὣς ἔφαθʼ, οἳ δʼ ἄρα πάντες ἀκὴν ἐγένοντο σιωπῇ μῦθον ἀγασσάμενοι · μάλα γὰρ κρατερῶς ἀγόρευσε. δὴν δʼ ἄνεῳ ἦσαν τετιηότες υἷες Ἀχαιῶν · ὀψὲ δὲ δὴ μετέειπε βοὴν ἀγαθὸς…
Homer, Iliad
-
…ἵππους ὀτρύνων, καὶ δʼ αὐτὸς ἐνὶ πρώτοισι μάχεσθαι. ὣς ἔφαθʼ, οἳ δʼ ἄρα πάντες ἐπῄνησαν βασιλῆες μῦθον ἀγασσάμενοι Διομήδεος ἱπποδάμοιο. καὶ τότε δὴ σπείσαντες ἔβαν κλισίηνδε ἕκαστος, ἔνθα δὲ κοιμήσαντο καὶ ὕπνου δῶρον ἕλοντο. ἄλλοι…
Homer, Iliad
-
…τριπόλῳ · οὐδὲ δὴν ἦεν ἄπυστος Ζεύς, ὅς μιν κατέπεφνε βαλὼν ἀργῆτι κεραυνῷ. ὥς δʼ αὖ νῦν μοι ἄγασθε, θεοί, βροτὸν ἄνδρα παρεῖναι. τὸν μὲν ἐγὼν ἐσάωσα περὶ τρόπιος βεβαῶτα οἶον, ἐπεί οἱ νῆα θοὴν…
Homer, Odyssey
-
…μεγάλῳ βεβολημένος · ἐν δέ οἱ ὄσσε δακρυόφιν πίμπλαντο, γόον δʼ ὠίετο θυμός. ἀλλʼ ὅτε δή μιν πάντες ἀγασσάμεθʼ ἐξερέοντες, καὶ τότε τῶν ἄλλων ἑτάρων κατέλεξεν ὄλεθρον · ἤιομεν, ὡς ἐκέλευες, ἀνὰ δρυμά, φαίδιμʼ Ὀδυσσεῦ…
Homer, Odyssey
-
…βοὴν ἀγαθὸς Διομήδης · ἐγγὺς ἀνήρ · οὐ δηθὰ ματεύσομεν · αἴ κʼ ἐθέλητε πείθεσθαι, καὶ μή τι κότῳ ἀγάσησθε ἕκαστος οὕνεκα δὴ γενεῆφι νεώτατός εἰμι μεθʼ ὑμῖν · πατρὸς δʼ ἐξ ἀγαθοῦ καὶ ἐγὼ γένος εὔχομαι εἶναι Τυδέος ,…
Homer, Iliad
-
…στήθεά τε στιβαροί τε βραχίονες · αὐτὰρ Ἀθήνη ἄγχι παρισταμένη μέλεʼ ἤλδανε ποιμένι λαῶν. μνηστῆρες δʼ ἄρα πάντες ὑπερφιάλως ἀγάσαντο · ὧδε δέ τις εἴπεσκεν ἰδὼν ἐς πλησίον ἄλλον · ἦ τάχα Ἶρος Ἄϊρος ἐπίσπαστον κακὸν ἕξει, οἵην ἐκ…
Homer, Odyssey
-
…καὶ ἔπεα νιφάδεσσιν ἐοικότα χειμερίῃσιν, οὐκ ἂν ἔπειτʼ Ὀδυσῆΐ γʼ ἐρίσσειε βροτὸς ἄλλος · οὐ τότε γʼ ὧδʼ Ὀδυσῆος ἀγασσάμεθʼ εἶδος ἰδόντες. τὸ τρίτον αὖτʼ Αἴαντα ἰδὼν ἐρέεινʼ ὃ γεραιός · τίς τὰρ ὅδʼ ἄλλος Ἀχαιὸς ἀνὴρ ἠΰς τε…
Homer, Iliad