ἀγλαόκολπος
ἀγλαό-κολπος, ον,
- fair-bosomed, of Thetis, Pi. N. 3.56. [added from Supp.]
de hermoso regazo
ἀγλαό·κολπος, ος, ον, au sein brillant, Pd. N. 3, 56 (Bgk ; vulg. ἀγλαόκαρπος).
Étym. ἀ. κόλπος.
ἀγλαόκολπος, Lesart einiger mss. Pind. N. 3.56.
ἀγλᾰόκολπος, -ον
- 1with lovely bosom ἀγλαόκολπον Νηρέος θύγατρα (v. l. ἀγλαόκαρπον, -καρνον, -κρανον. sc. Θέτιν.) N. 3.56 ]ἀγλαοκ[όλπου] Δωρίδος (supp. Lobel.) Θρ. 4. 4.