ἀγλαόκρανος
ἀγλαό·κρανος, ος, ον [ᾱν] dor. à la belle source, Pd. N. 3, 56 var.
Étym. ἀ. κρήνη.
ἀγλαόκρανος, [κρᾱ], Θέτις, mit schönen Quellen, schrieb Böckh Pind. N. 3.54 ed. I.für ἀγλαόκαρπος.
[ἀγλαόκρανος, -καρνος v. ἀγλαόκολπος.]