ἀγοραστός
ἀγοραστός, bought, paid for
ἀγορ-αστός, ή, όν,
- bought, paid for, PPetr. 3 p.243 (iii B. C.), BGU 802 iv 8 (i A.D.); δούλη POxy. 95.14 (i A.D.), cf. Porph. Hist. 20.
1 comprado
σῶμα γυναικεῖον
τὰς ὑπαρχούσας αὐτῇ ... ἀγοραστὰς ἐκ προκηρύξεος (l. -εως) ... ἀρούρας [τ]ρεῖς
τὴν ... ἀγοραστὴν παρὰ Θενπετεσούχου ... οἰκίαν
δούλη
κοιμητήριον
• subst. τὰ ἀ. compras, BGU 2355.4 (II/III d.C.).
2 comprado por el Estado, requisado
ἀ. σῖτος
ἀγοραστός, ή, όν, VLL Erkl. zu ὤνιος.