ἀγρώστωρ Save DGE Bailly 2024 Pape ἀγρώστωρ -ορος, ὁ pescador Nic.Al.473. •Cf. ἀγρέω, ἀγείρω, ἄγω. ἀγρώστωρ, ορος (ὁ) pêcheur, Nic. Al. 473 (cf. ἀγρώστης 2). ἀγρώστωρ, ορος, (Jäger), Fischer, Nic. Al. 473.