ἀδιεξήγητος
ἀδιεξήγητος, indescribable
ἀδι-εξήγητος, ον,
- indescribable, πλῆθος Ph. 1.407, prob. in IG 5(1).1359 (Messenia, i B. C.):—inexhaustible, ταῖς ἡμετέραις ἐπιβολαῖς Dam. Pr. 178.
1 innumerable
τὸ ἀδιεξήγητον τῶν κακῶν πλῆθος
2 inexplicable
τὸ ἄπειρον ... πλῆθος ... πῶς δὲ καὶ ἀδιεξήγητον;
ἀ·διεξήγητος, ος, ον, qu’on ne peut expliquer ou décrire, Phil. 1, 407.
Étym. ἀ, διεξηγέομαι.
ἀδιεξήγητος, unerklärlich, Sp.