ἀεροτόμος
ἀερο-τόμα· τὰ πετεινά, Cyr.
que corta el aire, que hiende el aire
Ἄρτεμις
identif. c. la luna
•
ἀεροτόμα· τὰ πετεινά
ἀερο·τόμος, ος, ον, qui fend l’air, Clém. 2, 64.
Étym. ἀ. τέμνω.
ἀεροτόμος, luftdurchschneidend, Clem.Al.