ἀκαταβολέω
ἀκαταβολέω, default
ἀκατα-βολέω,
- default in payment, GDI 1804 (Delph., ii B. C.).
faltar al pago
κατενεγκάτω ... τὸν ἔρανον ... μὴ ἀκαταβολέουσα
ἀκαταβολέω, default
faltar al pago
κατενεγκάτω ... τὸν ἔρανον ... μὴ ἀκαταβολέουσα