ἀκαυτηρίαστος Save ἀκαυτηρίαστος, not branded LSJ Bailly 2024 ἀκαυτ-ηρίαστος, ον, not branded, of horses, Str. 5.1.9. ἀκαυτηρίαστος, v. ἀκαυστηρίαστος.