ἀκλάρωτος
ἀκλάρωτος, without a share of
ἀκλάρωτος, v. ἀκλήρωτος.
ἀ˘κλᾱρωτος
- 1without a share of, c. gen. καί ῥά μιν χώρας ἀκλάρωτον λίπον, ἁγνὸν θεόν pr. O. 7.59