ἀκλειῶς
ἀκλειῶς, v. ἀκλεῶς.
ἀκλειῶς
[adv. fr. ἀκλεής. Doubtless for ἀκλεεῶς.]
- 1
In inglorious wise: μὴ ἀ. ἀπολοίμην Il. 22.304.
- 2
So that no tidings come: ἀ. μιν ἅρπυιαι ἀνηρείψαντο Od. 1.241 = Od. 14.371.
- 1