ἀκροχείρισις
ἀκροχείρ-ισις, εως, ἡ, = sq., Hp. Vict. 3.78:—also ἀκροχείρ-ιξις, v.l. ibid. and 2.64.
lucha con las manos Hp.Vict.3.78.
ἀκροχείρισις, εως (ἡ) c. le suiv. Hpc. 374, 3.
ἀκροχείρισις, εως, ἡ, Hippocr., = ἀκροχειρισμός.