ἀκροχορδονώδης Save DGE Bailly 2024 Pape ἀκροχορδονώδης -ες verrugoso Φάβιος Μάξιμος D.C.47.1, Sch.Lyc.602S., cf. 1056S. ἀκροχορδονώδης, ης, ες, qui a des verrues, DC. fr. 16. Étym. ἀκροχορδών. ἀκροχορδονώδης, ές, warzig, Sp. Von ἀκροχορδών.