ἀκρωτηριώδης
ἀκρωτηριώδης, like an ἀκρωτήριον
ἀκρωτηριώδης, ες,
- like an ἀκρωτήριον, Sch.rec. A. Pr. 726.
terminado en un cabo
ῥαχία
ἀκρωτηριώδης, ες, nach Art eines Vorgebirges, Schol. Aesch. Prom. 726.