ἀνακολούθητος
ἀνακολούθητος, ον, prob. f.l. for -ουθος, D.H. Th. 49.
gram. anacolútico
τῆς Θουκιδίδου λέξεως ... χείρων ... ἡ λαμβάνουσα πολλὴν ἐκτροπὴν ἐκ ... σχημάτων εἰς τὰ ... ἀνακολούθητα
el estilo de Tucídides es peor cuando admite gran divergencia de figuras con tendencia a anacolúticas
ἀνακολούθητος, ος, ον [ᾰκ] c. ἀνακόλουθος, DH. 6, 937 Reiske.
Étym. ἀνακολουθέω.