ἀνδραποδοκλέπτης Save ἀνδραποδοκλέπτης, slave-stealer LSJ DGE ἀνδρᾰποδο-κλέπτης, ου, ὁ, slave-stealer, Men. 23 D. ἀνδραποδοκλέπτης -ου, ὁ ladrón de esclavos Men.Fr.822.