ἀνδροφόντης
ἀνδρο-φόντης, ου, ὁ,
- = ἀνδρειφόντης, A. Th. 572.
matador de hombres
ἀνδρο·φόντης, ου (ὁ) homicide, Eschl. Sept. 572.
Étym. c. le préc.
ἀνδροφόντης, ὁ, = ἀνδροφόνος, Aesch. Spt. 595.