Menu
ΛΟΓΕΙΟΝ
Μορφώ
Retro
About
Bookmarks
Report a problem
Toggle dark mode
ἀνδρόφθαλμος
DGE
Save
Menu
×
Μορφώ
Retro
Word wheel
Info
Word wheel
Inverse
…
ἀνδρόπορνος
ἀνδροπορφυρεύς
ἀνδροπρεπής
ἀνδροπρόσωπος
ἀνδρόπρῳρος
ἀνδρορρώξ
ἀνδρός
Ἄνδρος
ἀνδροσάθης
ἀνδροσάθων
ἀνδρόσαιμον
ἀνδρόσακες
Ἀνδροσθένης
ἀνδρόσινις
ἀνδροστάχην
ἀνδρόστροφα
ἀνδρόστροφος
ἀνδροσύνη
ἀνδροσφαγεῖον
ἀνδρόσφιγξ
ἀνδροσώτειρα
ἀνδροτής
ἀνδρότης
Ἀνδρότιμος
Ἀνδροτίων
ἀνδροτομέω
ἀνδροτυχής
ἀνδροφαγέω
ἀνδροφάγος
ἀνδροφασία
ἀνδρόφθαλμος
ἀνδροφθόρος
ἀνδρόφθορος
ἀνδρόφικες
ἀνδροφονεύς
ἀνδροφονέω
ἀνδροφονία
ἀνδροφόνος
ἀνδρόφονος
ἀνδροφόντης
ἀνδροφόρος
ἀνδρόφρων
ἀνδροφυής
ἀνδροφυκτίδες
ἀνδροφυκτίς
ἀνδροφυλάκιον
ἀνδρόφωνος
ἀνδροχμήτωρ
ἀνδρόω
ἀνδρύνομαι
ἀνδρύνω
ἀνδρώδης
ἀνδρωδῶς
ἀνδρών
ἀνδρῶν
Ἄνδρων
Ἀνδρωνίδας
Ἀνδρωνίδης
Ἀνδρώνικος
ἀνδρώνιον
ἀνδρωνῖτις
…
ἀνδρόφθαλμος
Save
DGE
ἀνδρόφθαλμος
-ον
astrol.
que tiene ojos de hombre
,
Cat.Cod.Astr
.11(2).124.
Saved
×
{word}
Download with definitions
Recent
{word}