ἀνεπιτηδειότης
ἀνεπιτηδειότης, unfitness, inconvenience, inaptitude
ἀνεπι-τηδειότης, ητος, ἡ,
- unfitness, inconvenience, inaptitude, Ph. 1.191, 521, M.Ant. 5.5, Procl. Inst. 143.
carencia de aptitud, incapacidad
οὐκ ἔτικτεν ... διὰ τὴν ἡμῶν αὐτῶν ἀνεπιτηδειότητα
οὐδεμία ἀφυίας καὶ ἀνεπιτηδειότητος πρόφασις
ἡ δὲ τῶν μετεχόντων ἀ.
ἀνεπιτηδειότης, ητος (ἡ) défaut de convenance, Phil. 1, 191 ; M. Ant. 5, 5.
ἀνεπιτηδειότης, ητος, ἡ, Untauglichkeit, Sp.