About Report a problem

Menu

ἀντικαταφυτεύω

ἀντικαταφυτεύω, plant instead

ἀντικατα-φῠτεύω,
  • plant instead, ἕτερα ἀντὶ τῶν ἐκλειπόντων [δένδρων] BGU 1120.33 (i B. C.).

Saved

Recent