ἀντικωπηλάτης Save LSJ DGE ἀντικωπηλάτης, ου, ὁ, = ἀντηρέτης, Sch. A. Th. 283. ἀντικωπηλάτης -ου, ὁ remero en sentido contrario Sch.A.Th.283.