ἀνωτικός
ἀνωτικός, ή, όν,
- = ἀνωτερικός I, CIG 6849 (Ilium), cf. Eranos 13.89.
que está tierra adentro
Ἀλεῖσιν ἀνωτικοῖς τοῖς πρὸς ἀνατολήν
que está tierra adentro
Ἀλεῖσιν ἀνωτικοῖς τοῖς πρὸς ἀνατολήν