ἀνόμιμος
ἀνόμιμος, ον,
- v.l. for ἄνομος, Pl. Min. 314d.
ἀνόμιμος, f.l. für ἄνομος Plat. Minos 314c.
διὰ γὰρ τὴν δεῖνα ... τὰ ἀνόμιμα ᾤα θύεται
pues por culpa de fulana se ofrecen huevos sacrílegos