ἀξιοπόθητος Save DGE Pape ἀξιοπόθητος -ον merecidamente amado c. dat. ὦ ἀξιοπόθητοι θεῷ μονάζοντες Serap.Ep.Mon.M.40.933D. ἀξιοπόθητος, begehrenswert, Sp.