About Report a problem

Menu

ἀπαράσσω

ἀπαράσσω, to strike off, cut off

ἀπᾰράσσω, Att. ἀπαράττω,
  • strike off, ἀντικρὺ δʼ ἀπάραξε [τὴν αἰχμήν] Il. 16.116; ἀπήραξεν δὲ χαμᾶζε . . κάρη 14.497; ἀ. τοῦ ἵππου τοὺς πόδας Hdt. 5.112; κρᾶτα S. Tr. 1015 (lyr.).
      • 2 knock or sweep off, τοὺς ἐπιβάτας ἀπὸ τῆς νεός Hdt. 8.90; τοὺς ἀπὸ τοῦ πολεμίου καταστρώματος ὁπλίτας ἀ. Th. 7.63:—Pass., aor. part. ἀπαραχθείς D.H. 8.85.
      • 3 crush, ἀπὸ δʼ ὀστέον ἄχρις ἄραξε Il. 16.324:—Pass., -άσσεται τὴν κεφαλήν J. BJ 3.7.23.

Saved

Recent